
(νομίζω πως είναι αυτός, αν δεν είναι καταλαβαίνω τον λόγο που ο κύριος στην φωτό θα μου κάνει μήνυση)
Θα μπορούσα να γράψω για το ασφαλιστικό και τις επικείμενες κινητοποιήσεις. Είναι τόσοι όμως οι κόκκινοι bloggers που το έχουν κάνει και θα το κάνουν και στη συνέχεια που θεωρώ πως δεν έχω να προσθέσω κάτι ουσιαστικό.
Άλλωστε όπως θα έχετε καταλάβει, αρέσκομαι να ασχολούμαι με τα ταπεινά. Να σαν το σημερινό μου θέμα. Ποιό είναι θα με ρωτήσετε και δεν σας απαντάω αμέσως για να διατηρήσω το απαραίτητο σασπένς. Θα ασχοληθώ με έναν ήρωα της καθημερινότητας μας (λέμε τώρα) αφού βέβαια πρώτα εκφράσω την αμέριστη συμπαράστασή μου, στους δύστυχους “αριστερούς” της βάσης του Συνασπισμού, από τους οποίους όσοι διαβάζουν “Αυγή” (τώρα που γινε φυλλάδα αστική) πρέπει να ψάχνουν τα μάτια τους από αυτά που βλέπουν.
Θα έχετε καταλάβει από καιρό πως ρέπω προς την προσωπολατρεία, γιατί να το κρύψω άλλωστε. Έτσι μετά τον Γιάννη Πρετεντέρη βρήκα το νέο μέντορά μου. Το όνομά του: Διονύσιος Γουσέτης. Απλά γίγαντας. Δεν θα αναλωθώ στο βιογραφικό σημείωμα του συνεργάτη της “Αυγής” και θιασώτη των απόψεων της Ανανεωτικής Τάσης του Συνασπισμού, αλλά θα περάσω κατευθείαν στα γραφόμενα του κ. Γουσέτη, τα οποία ομολογώ ότι παρακολουθώ εδώ και αρκετό καιρό.
Όταν λοιπόν “οι καταλήψεις σε καιρό δημοκρατίας, είναι αντιδημοκρατική κίνηση”, όταν για την εισβολή των Αμερικανών στο Ιράκ “ευθύνονται τόσο ο Σαντάμ όσο και οι Αμερικάνοι”, όταν το ασφαλιστικό είναι “δημογραφικό πρόβλημα” και όταν η “πολιτική ανυπακοή” βρίσκει την εφαρμογή της μέσα από τους “Μάρτιν Λούθερ Κινκγ και τον Μαχάτμα Γκάντι”, ο κ. Γουσέτης σπάει τα όρια της λογικής και φεύγει σε ένα κόσμο δικό του, στον οποίο ίσως να τον έχουν οδηγήσει οι απόψεις του περί αποποινικοποίησης των “μαλακών”.
Ας αφήσουμε όμως τα κείμενα του κ.Γουσέτη να μιλήσουν από μόνα τους:
Στις 17 Νοεμβρίου, ο κορυφαίος αρθρογράφος, απαντώντας σε κείμενο αναγνώστη της “Αυγής” με θέση υπέρ των καταλήψεων, το υποκείμενο του σημερινού μου κειμένου του απαντά:
“Αγαπητέ Σπύρο, όπως πολλά άλλα, έτσι και η “πολιτική ανυπακοή” (civil disobedience) έχουν διαστρεβλωθεί στη χώρα μας. Οι γνωστότεροι άνθρωποι που άσκησαν πολιτική ανυπακοή ήσαν ο Μαχάτμα Γκάντι και ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Αυτοί χάραξαν την τακτική της πολιτικής ανυπακοής. Έχει δυο χαρακτηριστικά: Πρώτον, είναι πάντα επώνυμη, ειρηνική και δημόσια. Δεύτερον, έχει συνέπειες για τον ανυπάκουο.
Όταν οι Αμερικανοί αρνητές πολέμου στον πόλεμο του Βιετνάμ έσχιζαν τις προσκλήσεις στράτευσής τους, καλούσαν τα συνεργεία τηλεόρασης. Όταν η αστυνομία τους συνελάμβανε, αυτοί παραδίδονταν αμέσως και βέβαια αναλάμβαναν την ευθύνη της πράξης τους. Τιμωρούνταν. Η δράση τους όμως ευαισθητοποιούσε άλλους συμπολίτες τους. Πολλοί ακολουθούσαν το παράδειγμά τους, ενώ άλλοι εκδήλωναν τη συμπαράστασή τους. Το αποτέλεσμα ήταν να αναγκαστεί η κυβέρνηση να τερματίσει τη στρατιωτική της επέμβαση στο Βιετνάμ.
Τι σχέση έχουν μ’ αυτά οι καταλήψεις δημοσίων κτιρίων, σε καθεστώς ασυδοσίας και ατιμωρησίας; Το ΚΚΕ καταλαμβάνει εκ του ασφαλούς διόδια στην εθνική οδό με παρούσα την αστυνομία που κοιτάζει απαθώς. Θρασύδειλα οι αντιεξουσιαστές καταστρέφουν κάμερες στα σκοτεινά. Αν κανένας τους συλληφθεί, θα δηλώσει αμέτοχος, ενώ οι σύντροφοί του θα φωνασκούν για την απελευθέρωσή του.
Παρόμοια φτωχές σε δημοκρατικούς χυμούς είναι οι καταλήψεις στα σχολεία. Οι ελλείψεις στα σχολεία δεν είναι φετινή καινοτομία. Όταν λοιπόν, εφέτος ειδικά, τετρακόσια σχολεία παραμένουν “συμπτωματικά” κατειλημμένα μέχρι σχεδόν τον Δεκέμβριο, όταν οι καταληψίες αντιδικούν με το υπουργείο για το αν οι καταλήψεις αυξάνονται ή μειώνονται, όταν εκπέμπουν εξωσχολικά αιτήματα, όπως π.χ. να μην υπάρξει “Καποδίστριας 2″, όταν το ΚΚΕ προσφέρει αμέριστη συμπαράσταση, δεν σου αρκούν ως ενδείξεις ότι πρόκειται για έργο όχι ανηλίκων μαθητών, αλλά βολεμένων μέσα σε κομματικά γραφεία, ενηλίκων ανέραστων και αυταρχικών καθοδηγητών;
Όσο για τις γενικές συνελεύσεις, γνωρίζεις ότι κάποια δικαιώματα, όπως αυτό της μόρφωσης, δεν λύνονται με πλειοψηφίες και μειοψηφίες. Επίσης, ως παλιό κομματικό μέλος, μπορεί να μην γνωρίζεις τη συνδικαλιστική τεχνική απόσπασης πλειοψηφιών διά της φυσικής κοπώσεως των αντιπάλων;
Αυτή τη συντηρητική πρακτική δεν την αποκαλώ αριστερή. Το μόνο αποτέλεσμά της είναι η δωρεάν διαφήμιση των ιδιωτικών σχολείων (άραγε εκεί δεν υπήρχε έλλειψη βιβλίων ή συμπτωματικά οι εκεί μαθητές είναι ξενέρωτοι;) και των φροντιστηρίων.”
Σας προκαλώ να σχολιάσετε το συγκεκριμένο κείμενο, αλλά δεν μπαίνω στον ίδιο πειρασμό γιατί αυτό το post δεν θα ήθελα να επεκταθεί τόσο και ακόμα δεν θα ήθελα σε καμία περίπτωση να ασχοληθώ με τη λέξη “ανέραστοι” γιατί θα χυδαιολογήσω ατελείωτα και θα με πάρουν και οι Συν-αυτώ για σεξιστή και ομοφοβικό.
Ας συνεχίσω όμως. Tην περίοδο των μεγάλων αντιμπεριαλιστικών συγκεντρώσεων το 2003, ο Διονύσης Γουσέτης, υπογράφει κείμενο των “Φιλελευθέρων” του Στέφανου Μάνου, το οποίο βάλλει κατά του “όψιμου” αγωνιστικού χαρακτήρα του αντιπολεμικού κινήματος:
Το κείμενο και το σχόλιο προσυγραφής του, από τον κ.Γουσέτη μπορείτε να το βρείτε ΕΔΩ
Για να μην ξεχάσετε τελείως τι σημαίνει “αγώνας”, “ανυπακοή” και… “αριστερός” κάπου εδώ θα κλείσω με τα γραφόμενα του κ.Γουσέτη, προσθέτοντας απλά το σημερινό κείμενο (24-11-2007) του το οποίο προλογίζω με μια δική του φράση:
“Και στο κάτω-κάτω σε μια δημοκρατική κοινωνία, να απαγορεύεται η μαγνητοσκόπηση των διαδηλωτών;”
Ολόκληρο το κείμενο:
“Οι κάμερες
Το κύριο χαρακτηριστικό αυτού του τόπου είναι η ανασφάλεια. Δεν εννοώ μόνο την επαγγελματική και οικονομική ανασφάλεια. Εννοώ και τις καθημερινές ανασφάλειες, που κάνουν τη ζωή μας γκρίζα. Για παράδειγμα, δεν είσαι ποτέ σίγουρος αν έχεις όλα τα δικαιολογητικά για να βγάλεις ένα πιστοποιητικό: κατά καιρούς ή κατά περίπτωση χρειάζονται περισσότερα ή λιγότερα και αυτό δεν το γνωρίζεις από την αρχή. Το μαθαίνεις στην… πορεία.
Δεν είσαι σίγουρος αν μια πινακίδα τροχαίας που σου υποδεικνύει ποιο δρόμο πρέπει να πάρεις θα υπάρχει και στο επόμενο σταυροδρόμι ή θα μείνεις σύξυλος, με την απορία. Δεν είσαι σίγουρος αν θα σου ‘ρθει μοτοσυκλέτα όταν περπατάς στο πεζοδρόμιο.
Όλα αυτά είναι συγκεχυμένα. Ένα από αυτά είναι οι κάμερες. Παραβιάζουν ή όχι τα προσωπικά δεδομένα, δηλαδή το δικαίωμα στην ιδιωτικότητα; Ισχύει και εδώ το κατά καιρούς και κατά περίπτωση. Οι κάμερες ήταν τοποθετημένες αυθαίρετα από το 2002. Το 2004 ρωτήθηκε η Αρχή Προστασίας Προσωπικών Δεδομένων. Έδωσε άδεια, αλλά με προθεσμία: μόνο για τη διάρκεια των Ολυμπιακών αγώνων. Προφανώς έκρινε ότι οι Ολυμπιακοί είναι υπεράνω των ατομικών δικαιωμάτων, ή μάλλον ότι τα ατομικά δικαιώματα άλλοτε είναι υπεράνω και άλλοτε υποκάτω, κατά περίπτωση.
Μετά την Ολυμπιάδα, η Αρχή ενέκρινε αίτηση της ΕΛ.ΑΣ. για παράταση, αλλά μόνο για ρύθμιση της κυκλοφορίας. Στο μεταξύ, όμως, το Πρωτοδικείο Πάτρας είχε απαγορεύσει πλήρως τις κάμερες. Έτσι, το κατά περίπτωση ατομικό δικαίωμα απέκτησε και γεωγραφική σημασία: αλλού επιτρέπεται, αλλού απαγορεύεται.
Την ίδια στιγμή, η Αρχή άρχισε τις εκπτώσεις στην απαγόρευσή της: απαγορεύεται η μαγνητοσκόπηση εκδηλώσεων, αλλά όχι ποδοσφαιρικών. Ούτε όταν δίπλα ή παραδίπλα σου μένει κάποιος πρέσβης. Ωστόσο, βάζει πρόστιμα στην αστυνομία όποτε παραβιάζει την απόφασή της. Σ’ αυτόν τον διάτρητο καρνάβαλο δεν μπορείς να είσαι σίγουρος αν έχεις ή πότε έχεις δικαίωμα στη δημόσια ιδιωτικότητα.
Δημόσια ιδιωτικότητα. Να ‘την η αντίφαση. Πώς μπορεί να υπάρχει ιδιωτικότητα σε δημόσιο χώρο; Ας πούμε π.χ. ότι το “κίνημα” καταφέρνει και εξαφανίζει τις κάμερες. Τι γίνεται με τους περαστικούς; Πρέπει να περνούν με κλειστά μάτια; Τι γίνεται με τον κουτσομπόλη, που θα βγάλει βούκινο αν σε δει σε εξωσυζυγικό ραντεβού;
Όμως ο καβγάς γίνεται για τις διαδηλώσεις. Είναι παράνομες οι κάμερες στις διαδηλώσεις; Τότε είναι παράνομα και τα πλάνα διαδηλώσεων στις ειδήσεις των οκτώ. Είναι παράνομη και η “Αυγή”, που δημοσιεύει φωτογραφίες διαδηλωτών. Και αν ο φόβος είναι το φακέλωμα από την αστυνομία, πώς γλιτώνεις από τους αείποτε χαφιέδες; Να φύγουν οι χαφιεδο- κάμερες και να μείνουν οι χαφιέδες που κάνουν την ίδια δουλειά και σου κοστίζουν -ως φορολογούμενο- ακριβότερα;
Και στο κάτω κάτω γιατί, σε μια δημοκρατική κοινωνία, να απαγορεύεται η μαγνητοσκόπηση των διαδηλωτών; Σε όσους έχουν κάτι να κρύψουν (π.χ. μολότοφ), απάντησε με αξιοθαύμαστη παρρησία ο Νίκος Βούτσης σε δύσκολες γι’ αυτόν στιγμές: “Με υπερβαίνουν τα όρια επιλογών που δεν εξαντλούνται στη συλλογική και ανοιχτή δράση”.
Πιστεύω, λοιπόν, ότι είναι χωρίς νόημα η έννοια της ιδιωτικότητας σε δημόσιο χώρο. Ούτε είναι στον δημόσιο χώρο επιτρεπτά κάποια δικαιώματα που σε ιδιωτικό χώρο είναι αναφαίρετα. Το λογικό λοιπόν θα ήταν να επιτρέπονται οι κάμερες να κάνουν σε δημόσιο χώρο ό,τι θέλουν. (Βέβαια, επειδή ζούμε στη χώρα της ανασφάλειας, ποιος εγγυάται ότι οι κάμερες δεν θα γυρίσουν προς ιδιωτικά δωμάτια και υπνοδωμάτια; Αυτό όμως είναι άλλο θέμα).
Η Αρχή είχε διαφορετική λογική. Και το θέμα έφτασε προς λύση στο αρμόδιο όργανο: το Συμβούλιο της Επικρατείας. Και ξαφνικά ο εισαγγελέας Αρείου Πάγου αποφαίνεται ότι είναι όργανο ανώτερο από τη συνταγματικά προβλεπόμενη Αρχή και έκρινε το αντίθετο μ’ αυτήν. Από πότε οι εισαγγελείς αντικαθιστούν τη δικαιοσύνη;
Όμως, το μείζον ολίσθημα το διέπραξε ο υπουργός Δικαιοσύνης καλύπτοντας τον εισαγγελέα και εκστομίζοντας πομφόλυγες όπως: “το κοινωνικό δικαίωμα είναι τουλάχιστον εξίσου πολύτιμο με το ατομικό”. Διάβολε, νομικός αυτός, πώς μπορεί να ξεστομίζει πράγματα για τα οποία θα κοβόταν πρωτοετής φοιτητής; Το κοινωνικό δικαίωμα δεν αντιπαρατίθεται στο ατομικό. Είναι ατομικό το ίδιο. Π.χ. το δικαίωμα στη μόρφωση, στην εργασία, στον ελεύθερο χρόνο είναι ατομικά δικαιώματα. Ο κ. Χατζηγάκης θέλησε μάλλον να μας υπενθυμίσει σε ποια χώρα ζούμε: στη χώρα της διαστρέβλωσης των εννοιών και της αυθαιρεσίας.
Όλα αυτά μαζί διαπαιδαγωγούν την κοινωνία στην άποψη ότι η Δημοκρατία δεν έχει σταθερές, απαραβίαστες αρχές. Ότι οι νόμοι μπορεί ενίοτε να καθεύδουν (αρχιεπίσκοπος). Η ανασφάλεια που γεννούν, γεννά με τη σειρά της τη γνωστή μας ανομία. Και η ανομία περισσότερη ανασφάλεια. Το σπιράλ συνεχίζεται…”
Για το τέλος άφησα μια επιστολή αναγνώστη του Ριζοσπάστη, η οποία “τα λέει όλα”:
“Αγαπητέ “Ρίζο”. Από χθες Τρίτη 19 Ιούνη, που στη 2η σελίδα σου δημοσίευσες αποσπάσματα από το γραπτό κάποιου συνεπώνυμού μου (Διονύσης Γουσέτης) στην “Αυγή”, που διεκδικεί το παγκόσμιο ρεκόρ του… χολεριασμένου αντικομμουνισμού, κάθομαι σ’ αναμμένα κάρβουνα, με τη σκέψη ότι έστω και ένας από τους αναγνώστες σου μπορεί να υποθέσει ότι δράστης αυτού του τερατουργήματος είμαι εγώ. (Τόσους μεταλλαγμένους έχουν δει τα μάτια μας, γιατί να μην υποθέσει κάποιος ότι μεταλλάχτηκα και εγώ). Γι’ αυτό σε παρακαλώ, να δημοσιεύσεις αυτό το γράμμα μου, για να γίνει γνωστό ότι καμιά μα καμιά σχέση δεν έχω με αυτό το πρόσωπο. Σε παρακαλώ να μου κάνεις το χατίρι, γιατί μόνο έτσι ίσως απαλλαγώ από την επιθυμία που μου ήρθε να πάω ν’ αλλάξω το επώνυμό μου. Γιάννης Χ. Γουσέτης, δικηγόρος”







